Acrobase  

Καλώς ήρθατε στην AcroBase.
Δείτε εδώ τα πιο πρόσφατα μηνύματα από όλες τις περιοχές συζητήσεων, καθώς και όλες τις υπηρεσίες της AcroBase.
H εγγραφή σας είναι γρήγορη και εύκολη.

Επιστροφή   Acrobase > Πολιτιστικά > Ελληνική παράδοση & Λαογραφία
Ομάδες (Groups) Τοίχος Άρθρα acrobase.org Ημερολόγιο Φωτογραφίες Στατιστικά

Notices

Δεν έχετε δημιουργήσει όνομα χρήστη στην Acrobase.
Μπορείτε να το δημιουργήσετε εδώ

Απάντηση στο θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Τρόποι εμφάνισης
  #1  
Παλιά 04-06-13, 17:37
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 03-01-20 17:29
Φύλο: Άντρας
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ...

Στις όχθες του Ιλισού



Αν ρωτήσεις τον σύγχρονο Αθηναίο πού είναι ο Ιλισός ποταμός, πιθανόν να μη γνωρίζει αφού από το 1960 καλύφθηκε πλήρως (οι εργασίες είχαν ξεκινήσει επί Μεταξά) και δεν φαίνεται πλέον. Στα χρόνια της Παλιάς Αθήνας όμως, ήταν το σπουδαιότερο σε σημασία ποτάμι και ακολουθούσε ο Κηφισός.

Ο Ιλισός ή Ιλισσός πηγάζει από τις πλαγιές του Υμηττού, διασχίζει τα νοτιοανατολικά σύνορα της παλιάς πόλης και εκείνα τα χρόνια ενωνόταν με τον Κηφισό, ενώ σήμερα ακολουθεί δική του πορεία μέχρι τον φαληρικό όρμο. Μπορούμε εύκολα να παρακολουθήσουμε την πορεία του μέσα από τις σύγχρονες Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καλλιρόης (ονομασία της γνωστής, από την αρχαιότητα, πηγής κοντά στο σημερινό εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, που έδινε το πιο κρυστάλλινο πόσιμο νερό)…

Το τμήμα του Ιλισού που θα μας απασχολήσει στο σημείωμά μας αυτό, είναι η περιοχή από το ύψος του Παγκρατίου μέχρι το ύψος του Φιξ. Εδώ έγιναν σημαντικά, για την καθημερινή ζωή των προγόνων μας, γεγονότα και εκδηλώσεις.

Ήδη από τα χρόνια του Όθωνα (1834-1862), η δεύτερη μεγάλη γιορτή της Αθήνας μετά τις Αποκριές, ήταν τα Κούλουμα. Το μεγάλο πανηγύρι της Καθαράς Δευτέρας εορταζόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στους «Στύλους του Ολυμπίου Διός».

«Μασκαράδες και πολίται
Στης Κολώνες να βρεθήτε»



Με αυτή τη διαλάληση οι ντελάληδες της Αθήνας προσκαλούσαν τους «πανηγυριστάς» στους «Στύλους του Ολυμπίου Διός». Και εκείνοι ανταποκρίνονταν με μεγάλο ενθουσιασμό. Ας δούμε πρώτα πώς γινόντουσαν οι προετοιμασίες και ακολούθως, πώς γιορταζόταν η αρχή της Σαρακοστής.

«Ήτο θέαμα εκ των σπανιωτέρων η το πρωί της Δευτέρας όψις της αγοράς. Ουδέποτε τόσος κόσμος επυκνώθη υπό τας ετοιμορρόπους των οψοπωλείων εκεί στέγας και τους λασπώδεις στενούς διαδρόμους. Οι συνήθως δι'υπηρετών οψωνίζοντες το κρέας, τους γάλους, το κυνήγι και τας οπώρας των, ενόμισαν ότι ώφειλον αυτοπροσώπως να εκλέξουν της πίναις, της καλόγνωμαις, το χταπόδι, το χαβιάρι και της λαγάναις των.

»Πωληταί και αγορασταί ήσαν χθες ηδελφωμένοι. Συμφωνίαι σχεδόν δεν εγίνοντο. Αι φωναί δε των πωλούντων τα χάβαρα (σ.σ.χαβιάρι) αντήχουν από μακράν ως ιαχαί ή ως ευοί! στρατού μαχομένου. Η όψις των θαλασσινών, μυριζόντων την παρθένον ευωδίαν των, τοις έδιδε μοναδικήν όψιν.

»Τα παντοπωλεία ήσαν αρειμανιώτατα περιβεβλημένα. Όλος ο Παρνασσός τα είχε στεφανώσει. Ουδέποτε τόσαι δάφναι εκόσμησαν τα Φάρσαλα. Δεν επρόφθαινον οι παντοπώλαι να ζυγίζουν, να δίδουν, να εκτιμούν, να λογαριάζουν. Υφίστατο τακτική πολιορκία, δι'ην εδέησε να προσκαλέσουν και επικούρους δυνάμεις…

»Αι παρέαι ενέσκηπτον μαζύ συντεταγμέναι και ήκουες πλέον τα συμβούλιά των:

_Να πάρουμε και 'μύγδαλα

_Όχι φθάνουν τα πορτοκάλια

_Μωρέ η ρετσίνα ταραμά σηκόνει και τίποτ'άλλο!

»Και οι αρτοπώλαι αυτοί, οι καθ'όλας τας γαστρονομικάς ώρας του έτους διατηρούντες μονοτονίαν ανεμομύλου, είχον προχθές την ποίησίν των. Επώλουν αφράτας, μαλακάς, ολίγον λιψάς λαγάνας, ήτοι κυρίαι μου, πήταις, έθιμον και αυτό της Καθαράς Δευτέρας».

(1880, "Μη χάνεσαι")

Όλα τα καλά…

Πρωί-πρωί της Καθαράς Δευτέρας οι εορτασταί ή πανηγυρισταί, όπως αποκαλούνταν, ξεκινούσαν με τα πόδια απ’όλα τα σημεία της πόλης, «συν γυναιξί και τέκνοις», για να βρεθούν στις «Κολώνες». Οι πιο πολλοί περνούσαν μέσα από την Πύλη του Αδριανού, την παλιά Καμαρόπορτα ή πόρτα της Βασιλοπούλας των πρώτων Οθωνικών χρόνων.

Οι μικροπωλητές είχαν πιάσει εντωμεταξύ όλα τα επίμαχα πόστα, περιμένοντας χρυσές δουλειές με τα καλούδια που είχαν κουβαλήσει: κρητικά πορτοκάλια, χουρμάδες, φουντούκια, φιστίκια, στραγάλια, παστέλια, ζαχαρωμένους κοκορίκους, τον μελένιο το χαλβά που τον έκοβαν με το σκεπαρνάκι, ελιές, ταραμάδες, θαλασσινά, αχινούς, μύδια, στρείδια, κρεμμύδια, σκόρδα, λαγάνες, κρασιά, καρύδια, σύκα, χαϊμαλιά, σουτζούκια, σταφίδες, κυδωνόπαστα, κουλούρια με σουσάμι.

Άλλοι με τη στάμνα στον ώμο πουλούσαν «κρυονέρι απ’ του παπά τ’ αμπέλι», σε συνδυασμό μ’ένα γλυκό λουκουμάκι…

«Εδώ είναι το κρύο, μια πενταρούλα δύο
Εδώ είναι το μπούζι... γλυκό σαν το καρπούζι
Πάρτε, παιδιά, να πιήτε... πάρτε να δροσιστήτε»

Φυσικά, όλα αυτά αγοράζονταν ως έξτρα, διότι κάθε οικογένεια ερχόταν οργανωμένη με τις δικές της προμήθειες. Η βελέντζα στρωνόταν στο χώμα και τα καλάθια άνοιγαν στη μέση, γεμάτα νηστίσιμες λιχουδιές. Όλοι έτρωγαν με τα δάχτυλα, η μια παρέα κολλητά στην άλλη. Τα αστεία και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν, ενώ οι νεαρότεροι χόρευαν ακατάπαυστα, κυρίως τσάμικο.

Νωρίς το απόγευμα, το σκηνικό έμοιαζε με πεδίο μετά τη μάχη. Πολλοί οι μεθυσμένοι. Άλλοι κοιμόντουσαν ξαπλωμένοι στα χόρτα μ’ένα μαντίλι στο πρόσωπο για τον ήλιο. Τα δουλικά έτρεχαν με τους στρατιώτες-«ξαδερφάκια». Οι φωνές και τα τραγούδια, οι γκάιντες και τα νταούλια αντηχούσαν όλο και λιγότερο. Νύχτωνε νωρίς. Σε λίγο ο χώρος άδειαζε…

Στα καφωδεία του «Βατραχονησιού»

Βρισκόμαστε στο 1870, στα μέσα της «Ρομαντικής Περιόδου» και ο ζυθοποιός Κάρολος Φιξ θα ανοίξει την πρώτη μεγάλη μπιραρία της Παλιάς Αθήνας στις πλαγιές του Αρδηττού, κοντά στο σημερινό Στάδιο. Θα την ονομάσει «Μετς» επηρεασμένος από τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο, που ήταν εκείνη την εποχή σε εξέλιξη. Η μπιραρία αυτή θα ζωντανέψει την γύρω περιοχή, αφού θα προσελκύσει μέτοικους από τη Τζιά, οι οποίοι θα δημιουργήσουν μια μικρή συνοικία. Σε λίγο δεν θ’αργήσουν να έρθουν και τα πρώτα καφενεία, οι εξοχικές ταβέρνες και οι μπιραρίες.



Λίγο πιο κάτω ο Ιλισός «άνοιγε» και δημιουργείτο μια γραφική καταπράσινη νησίδα, το «Βατραχονήσι», γεμάτο βατράχια, τα οποία με τα κοάσματα τους έκαναν παρέα στις νοικοκυρές που κατέβαιναν τα πρωινά με τη μπουγάδα τους.

Το ειδυλλιακό σκηνικό και κυρίως το «ερημικό» της περιοχής προσήλκυσε «επιχειρηματίες της νύχτας» που ίδρυσαν από το 1871 έως το 1873 τα καφωδεία «Άντρον των Νυμφών», «Ιλισσίδες Μούσαι» και «Παράδεισος». Εδώ λοιπόν λειτούργησαν τα πρώτα καφωδεία της Παλιάς Αθήνας που οι πιο συντηρητικοί τα χαρακτήριζαν σαν κέντρα διαφθοράς, «μάστιγξ ολεθρία όπου από της δύσεως του ηλίου μέχρι βαθείας νυκτός, το άνθεμον της αθηναϊκής κοινωνίας πάσης ηλικίας και τάξεως και παντός γένους και φύλου, εκζητούσιν ίασιν των πόνων αυτών εις τας μολπάς και τα άσματα των ηδυφώνων και καλλισφύρων αυλητρίδων και ορχηστρίδων εκ Βοεμίας, Γαλλίας και Ιταλίας».

Επηρεασμένα απόλυτα από το δυτικό τρόπο διασκέδασης και κυρίως το γαλλικό, τα καφέ-σαντάν, προπομπός των επιθεωρήσεων που θα συναντήσουμε στην Belle Époque και την περίοδο του Μεσοπολέμου, προσέφεραν χορό, ελαφρά τραγούδια κι ένα υποτυπώδες flair σατιρικού θεάτρου. Η όλη ατμόσφαιρα οδηγούσε γρήγορα σε μεγάλο κέφι και το «πρόγραμμα» ξεστράτιζε εντελώς σε αναιδέστατα και σκανδαλώδη νούμερα, που οι εισαγόμενες «σαντέζες» (από τη γαλλική λέξη chanson δηλαδή τραγούδι) προσέφεραν γενναιόδωρα.

Το πλήθος, περισσότερο αντρικό και λιγότερο γυναικείο, παραληρούσε με τα σκέρτσα τα οποία έκαναν οι «αλήτιδες τούμπλες», παρατσούκλι που τους κόλλησαν από την επωδό μιας επιτυχίας τους.

«Οι άντροι είνε όλοι ανήμερα τιρία
Ιφτίς μετά το γκάμο σού σκίζουν την καρντία Κι’ ακόμα κάτι τι...
Κι’ αν κάνει ο συντζικό σου σ’ άλλες γλυκά ματάκια
Το βράντυ που κοιμάται κόψε του τα μουστάκια Κι’ ακόμα κάτι τι...»

«Οι νέοι τέρπονταν ακούγοντας τα γαλλικά και ιταλικά τραγούδια και καταφλέγονταν, βλέποντας τις σταχιές κνήμες των χορευτριών, οι οποίες σε ορισμένες στιγμές ύψωναν τους πόδας τόσον υψηλά, ώστε επαρουσίαζον απόκρυφα θέλγητρα, τα οποία ο τότε συρμός τα απέκρυπτεν επιμελέστατα και η εμφάνισις των οποίων ηδύνατο να προκαλέση δημόσιον σκάνδαλον και την αστυνομικήν επέμβασιν».

»Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, ανθοπώληδες πουλούσαν μικρές ανθοδέσμες, καλαίσθητα δεμένες με δαντέλες, αντάξιες του επιπέδου των καλλιτέχνιδων, τις οποίες οι πλέον ερωτύλοι έραιναν ακατάπαυστα. Το θέαμα των «σαντέζων» που χύνονταν στο τέλος της παράστασης ανάμεσα στους πελάτες με δίσκους στα χέρια, με σκέρτσα και κουνήματα γεμάτα υποσχέσεις, καθώς και γλυκόλογα, πρέπει να ήταν μοναδικό. Εδώ, ο πελάτης καλούνταν να προσφέρει «ελεύθερα» τη συνδρομή του. Οι τσι-μπιές και τα χάδια έπεφταν βροχή, όπως φυσικά και οι συνδρομές. Ως λογικό επακόλουθο, «απολέσθησαν εν βραχεί διαστήματι χρόνου μεγάλαι περιουσίαι»!

Στα «Παντρεμενάδικα» με τα κοριτσάκια τους

Το επάνω μέρος της συνοικίας του «Μετς», με την ωραία θέα προς την Ακρόπολη και τη θάλασσα, ήταν αγαπημένος τόπος των «άτακτων» ζευγαριών, που εύρισκαν ερωτικό καταφύγιο στο καταπράσινο τοπίο ή σε κάποια απόμερα ξύλινα παραπήγματα εκεί γύρω. Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα έγινε στην περιοχή ο «γάμος του αιώνα». Ο ογδοντάχρονος μπάρμπα-Γιάννης Μαρίνος εν μέσω γενικής αποθέωσης παντρεύτηκε, μετά από 50χρονη πολιορκία, την 75χρονη «καλή» του!

Τα πιο πάνω «σοβαρά» γεγονότα οδήγησαν τους διαρκώς χαριτολογούντας Αθηναίους να ονομάσουν το μέρος «Παντρεμενάδικα». Η περιοχή δεν άργησε να καθιερωθεί, όχι μόνο σαν «Κέντρο Ακολασίας» αλλά και σαν νυφοπάζαρο πρώτης!

Αργότερα, ο Βασίλης Τσιτσάνης σε στίχους Γιώργου Πετροπουλέα, άφησε σε μας τους νεότερους τον «ύμνο» της περιοχής:

«Τα λεν Παντρεμενάδικα, γιατί έχει κοριτσάκια,
που σαν περάσεις και τα δεις σε βάζουν σε μεράκια,
Στο Βύρωνα, στη γέφυρα κι εκεί στον Άγιο Γιώργη,
είναι το νυφοπάζαρο που το ζηλεύουν όλοι,
Το πώς κι εγώ μπερδεύτηκα στο νου μου δεν το βάζω
και παντρεμένος βρέθηκα, χωρίς να καταλάβω».

Ευρηματικές, «ολυμπιακές» επενδύσεις

Το 1896 με τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, η περιοχή αναβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο. Μπροστά στο Στάδιο, με χρήματα του Ευάγγελου Ζάππα, φτιάχτηκε μια λαμπρή γέφυρα με δύο τόξα. Την όλη παράσταση «έκλεβε» ένα τεράστιο κυκλικό κτίσμα με θόλο: το «Πανόραμα». Επρόκειτο για έναν εκθετήριο χώρο, όπου ο επισκέπτης για πρώτη φορά μπορούσε μέσα από κούκλες-ομοιώματα, φωτογραφίες και άλλες σκηνικές παρουσιάσεις να βιώσει επίκαιρες εικόνες, θέματα και πρόσωπα της ευρωπαϊκής ζωής και ιστορίας.

Οι εφημερίδες θριαμβολογούσαν: «[...] απεριγράπτου μεγάλης αριστοτεχνικής, εξόχου, θαυμασίας, δαιμονίας τέχνης έργον», έγραφαν, ενώ παρότρυναν τους Αθηναίους: «Πηγαίνετε να το είδετε και είπατέ μας... περί του απεριγράπτου, του μοναδικού εν τη Ανατολή, του σπανίου εν τη Ευρώπη Πανοράματος του Σταδίου. Και αν όχι δύο και τρεις δραχμάς που θα δώση κανείς διά να εισέλθη, αλλ’ 102 και 103 του αξίζουν. Θαύμα και τίποτε ολιγώτερον, σας βεβαιούμεν». Το «θαύμα» έστησε ένας ευρηματικός επιχειρηματίας, που αξιοποίησε επιχειρηματικά όλη την αυξημένη κίνηση των Αγώνων του 1896 και μάλιστα, μπροστά στην πόρτα του τόπου διεξαγωγής τους!

Δεν ήταν βέβαια το «Πανόραμα» η μοναδική ατραξιόν για τους Αθηναίους. Λίγο πιο κάτω, στην αρχή της Συγγρού, έδινε καθημερινά τις παραστάσεις του, ιδιαίτερα στις αρχές του Μεσοπολέμου (1910), ο μεγάλος καραγκιοζοπαίχτης Μολλάς. Στη Συγγρού δημιουργείτο κυκλοφοριακό κομφούζιο, ενώ δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναρωτιόντουσαν τι γύρευαν εκεί τόσες πολυτελείς άμαξες.

Πιο κάτω στη Συγγρού, άλλο κυκλοφοριακό κομφούζιο. Το εργοστάσιο του Φιξ φόρτωνε στα κάρα, αργότερα στα φορτηγά και τις μοτοσυκλέτες, τη θαυμάσια μπίρα και τον πολύτιμο πάγο του.



Στον ταπεινό αγωγιάτη της μπίρας και του πάγου, τον γραφικό «αραμπατζή», είναι αφιερωμένο εξαιρετικά το επόμενο τραγουδάκι μας:



Πηγή: paliaathina.com
__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν

Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη Xenios : 08-07-13 στις 23:17
Απάντηση με παράθεση
Οι παρακάτω χρήστες έχουν πει 'Ευχαριστώ' στον/στην justin για αυτό το μήνυμα:
Xenios (04-06-13)
  #2  
Παλιά 11-06-13, 07:41
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 03-01-20 17:29
Φύλο: Άντρας
Η περιοχή Πινακωτή της Λεωφ.Αλεξάνδρας


Χήρα Θεώνη: Η πιο παλιά «παστρικιά» της πρώιμης Αθήνας


Ακόμη και στην ακραία συντηρητική Αθήνα της περιόδου του Όθωνα και του Ρομαντισμού, υπήρχαν κάποιες ελάχιστες «ιέρειες» της Πάνδημης Αφροδίτης, πρόθυμες να προσφέρουν τα κάλλη τους στους ανύπαντρους Αθηναίους και όχι μόνο…

Είναι ευνόητο, ότι ήταν αδύνατο μια «παστρικιά» (σ.σ. το παρατσούκλι βγήκε, διότι οι γυναίκες αυτές αναγκαστικά πλενόντουσαν συχνότερα. Για τις υπόλοιπες ίσχυε ο κανόνας: κάθε 10-15 μέρες!) να κατοικεί σε κεντρική συνοικία της Παλιάς Αθήνας. Ακόμη και να πέρναγε από κει, οι τίμιες γειτόνισσες σταυροκοπιόντουσαν για να φύγει μακριά ο διάβολος, άλλες τις φτύνανε (με δυνατό πάντα το «φτου») κι οπωσδήποτε τις μουντζώνανε. Οι πιο ευγενικές περιοριζόντουσαν στο να κλείνουν πόρτες και παράθυρα μέχρι να φύγει το μίασμα και φυσικά, να μην πάρουν χαμπάρι τα παιδιά και κυρίως η κόρη που ήταν κλεισμένη σχεδόν μονίμως μέσα.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές παλιές «παστρικιές» ήταν και η καλόβολη χήρα Θεώνη. Καθόταν σε μια αφιλόξενη κι ακατοίκητη τότε περιοχή, κοντά στη σημερινή Λεωφόρο Αλεξάνδρας, που λεγόταν Πινακωτή. Το σπίτι της είχε γύρω-γύρω μια ψηλή μάντρα, κι έτσι οι επισκέπτες της γλίτωναν από κάθε αδιάκριτο μάτι που, παρόλη την ερημιά, μπορούσε να εμφανιστεί. Η Θεώνη δεν ήταν όμορφη, αλλά παχιά. Αυτό ανταποκρινόταν πλήρως στα γούστα και τις απαιτήσεις της τότε εποχής. Έτσι, μπορούσε να περηφανευτεί ότι «παρηγορούσε» τους πιο γνωστούς «λιμοκοντόρους» της Αθήνας και όχι μόνο!

Οι «Λιμοκοντόροι» και τα κατορθώματά τους

Στα χρόνια εκείνα, υπήρχε στην Αθήνα ένας ιδιόρρυθμος τύπος νέων, οι «Λιμοκοντόροι». Οι νεαροί αυτοί ανήκαν σε καλές Αθηναϊκές οικογένειες. Οι γονείς τους όμως δεν τους έδιναν χαρτζιλίκι, παρά μόνον μια δεκάρα την ημέρα, από φόβο μήπως μπερμπαντέψουν… Αυτό βέβαια δεν τους εμπόδιζε να σκαρφίζονται χίλιες-δυο «ματσαραγκιές» για να κάνουν τις «ασχημίες» τους. Πάρτε γεύση:

Μια από τις πρώτες πατρόνες της Παλιάς Αθήνας προς το τέλος της Ρομαντικής Περιόδου, ήταν και η ξακουστή κυρά Παλούκαινα. Μαζί με τον γιο της άνοιξαν ένα από τα πρώτα καφέ σαντάν της Αθήνας στην αρχή της οδού Προαστείου (σημερινή Εμμ.Μπενάκη), το «Γκαιτέ». (Προσοχή στον τονισμό: άλλο η γαλλική λέξη για την ευθυμία κι άλλο ο Γερμανός φιλόσοφος). Με «περπατημένες» αρτίστες από Ιταλία, Γερμανία και Ουγγαρία έκανε τη διαφορά στο σκηνικό της νύχτας.

Το καφωδείο το ανέλαβε βεβαίως ο γιος. Μια περίεργη κι επιβλητική φυσιογνωμία με μακριά γενειάδα που, με την ρεντιγκότα και το γιλέκο με τη χρυσή αλυσίδα που φορούσε, θύμιζε μάλλον αυλικό παρά παράγοντα του υποκόσμου.

Όπως γράφει και ο Βασίλης Αττικός στην «Εύθυμη ηθογραφία της Παληάς Αθήνας, τόμος Β’»:

«Η Αρτίστες του «Γκαιτέ», έβγαιναν σ’ένα παληοπαλκοσένικο της κακιάς ώρας, τραγούδαγαν και χόρευαν, σηκώνοντας κάπως την άκρη της φούστας τους. Μετά δε κάθε τραγούδι τους, κατέβαιναν και γύριζαν με το δίσκο στο χέρι ανάμεσα στους θαμώνες.

Μερικοί τους ρίχναν χάλκινες πεντάρες, επωφελούμενοι δε της ευκαιρίας τους έκαναν κι’ «απλοχεριές». Άλλοι πάλι αντί για πεντάρα τις φιλοδωρούσαν, τις δύστυχες, μ’ερωτική εκδήλωση θαυμασμού. Με μια άγρια τσιμπιά στις σωματικές τους καμπυλότητες!

Η ξένες εκείνες Αρτίστες φαίνεται ότι ήταν ασυνήθιστες σε τέτοιες αισθηματικές «φιλοφρονήσεις». Πονούσαν απ’τις τσιμπιές, μαύριζε το κορμί τους, και δυσανασχετόντας, αναγκάζονταν πολλές φορές να χειροδικήσουν κατά των «ευγενικών» θαμώνων.

Πρέπει επίσης να σημειωθή, ότι γενικά όλες αυτές η Αρτίστες των Καφέ Σαντάν, ήξεραν περίφημα τη δουλειά τους. Ειδικά δε του «Γκαιτέ», δασκαλεμένες κατάλληλα απ’τον πολύπειρο Διευθυντή τους, ήταν μεγάλες «κόφτρες». Πουλούσαν τα θέλγητρά τους σε υπέρογκες τιμές. Για να ενδώσουν δε σε κάποιο εραστή, έπρεπε πρώτα να του αδειάσουν εντελώς το πορτοφόλι και να τον γδάρουν κυριολεκτικά.

Η διαβολικές όμως «Συλφίδες» των «Καφέ Σαντάν», έφθαναν στην Αθήνα φορτωμένες και με διαφόρων ειδών δώρα. Φιλοδωρούσαν στους «άβγαλτους» Αθηναίους το «Μεγαλόσταυρο» κι άλλα μικρότερα παράσημα. Απ’την εποχή εκείνη, εξαπλώθηκε στην Πρωτεύουσα η συφιλίδα κ’η λοιπές αφροδίσιες αρρώστιες. Τότε, δεν είχε ακόμα εφευρεθή, ούτε φάρμακο για την σύφιλη.

Κάποια παρέα άψιλων Λιμοκοντόρων, βλέποντας ότι τους ήταν αδύνατον ν’απολαύσουν τα θέλγητρα των γυναικών του «Γκαιτέ», πήρε τη μεγάλη απόφαση. Τα οικονομικά τους δεν τους επιτρέπανε να πλησιάσουν από κοντά τις προκλητικές εκείνες Σειρήνες. Αποφάσισαν λοιπόν οπωσδήποτε να τις κατακτήσουν, μ’άλλου είδους μέσα, με «Δούρειο» σύστημα.

Το «Δούρειο» κόλπο

Κάναν σύσκεψη μεταξύ τους και «ρεφενέ». Συγκεντρώσανε κάπου δέκα δραχμές τις οποίες παραδώσανε στον Αρχηγό της παρέας. Αυτός, εφαρμόζοντας το σχέδιο, μπήκε το βράδυ στο «Γκαιτέ» σοβαρός και με πόζα Αμερικάνου Κροίσου. Πήρε ένα ποτό, κι’όταν μετά το τραγούδι τους, η δύο Γερμανίδες γύρισαν να μαζέψουν χρήματα με τον δίσκο, τους έρριξε μέσα από μια χάρτινη δραχμή.

Το κόλπο πέτυχε. Εκείνες κυριολεκτικά τα χάσανε. Φαντάστηκαν ότι ο απεσταλμένος των Λιμοκοντόρων ήταν κανένας ζάπλουτος Αθηναίος. Στο τέλος της παράστασης, ο Λιμοκοντόρος μας τους πρότεινε «για βολ σπατσίρεν;» (Είχε μάθει πως έτσι λένε στα Γερμανικά το «Θέλετε να κάνουμε έναν περίπατο;»).

Η δυο γερμανίδες ευχαρίστως δεχτήκανε την πρότασή του. Τις έμπασε σε κλειστό αμάξι «λαντώ» και τις παράσυρε σε κάποια απόμερη μπύρα. Εκεί, αφού τις μέθυσε, εμφανίστηκαν κ’οι υπόλοιποι Λιμοκοντόροι της παρέας του, κ’επωφελήθηκαν της ευκαιρίας. Και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Φυσικά όπως ήταν απένταροι, δεν τους έδωσαν κανένα χρηματικό αντάλλαγμα. Η τελευταία αυτή παράλειψη των Λιμοκοντόρων τις έκανε έξω φρενών. Την άλλη μέρα, συνοδευόμενες απ’το μεγαλόπρεπο Διευθυντή του «Γκαιτέ» πήγαν και κάναν παράπονα στην Πρεσβεία τους.

Σε λίγο ο Γερμανός Πρεσβευτής διαμαρτυρήθηκε στον Υπουργό μας των Εξωτερικών. Ευτυχώς που η Γερμανική Πρεσβεία δεν ζήτησε να πληρώση το Κράτος μας στις «Παρθένες» του «Γκαιτέ» τα… χρωστήμια των Λιμοκοντόρων.»

(σ.σ. Βεβαίως, αν οι Γερμανίδες τούμπλες είχαν ακούσει το σύνθημα της εποχής…

Κορίτσια μην πιστεύετε εις τους λιμοκοντόρους

Γιατί τα ρούχα που φορούν χρωστούν εις τους εμπόρους

…θα ήταν πολύ πιο προσεκτικές!)

Πηγή: paliaathina.com
__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν
Απάντηση με παράθεση
Οι παρακάτω χρήστες έχουν πει 'Ευχαριστώ' στον/στην justin για αυτό το μήνυμα:
Nikoscot (05-08-13)
  #3  
Παλιά 12-06-13, 16:26
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 03-01-20 17:29
Φύλο: Άντρας
Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα…



Το Ζάππειο μέγαρο ή πιο απλά το Ζάππειο, ήταν ένα από τα πιο επιβλητικά κτίρια της Παλιάς Αθήνας. Χτισμένο το 1888 σε σχέδια του Δανού Θεόφιλου Χάνσεν και σε μια καταπράσινη έκταση 80 στρεμμάτων ανάμεσα στον κήπο του παλατιού και του αρχαίου Ναού του Ολυμπίου Διός, ήταν η αγαπημένη περιοχή αναψυχής (αρχικά άκουγε στην ονομασία «Αγελάδες») για τους κατοίκους μιας πόλης, όπου η έλλειψη πρασίνου ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.

Το όνομά του το οφείλει στον μεγάλο εθνικό ευεργέτη Ευάγγελο Ζάππα, ο οποίος, με την προτροπή του Παναγιώτη Σούτσου, θεμελιωτή της Ελληνικής Ολυμπιακής ιδεολογίας που «ζυμώθηκε» εκείνες τις εποχές, θέλησε έτσι να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός Ολυμπιακού κτιρίου, όπου θα πραγματοποιούνταν παράλληλα πολιτιστικά δρώμενα και εκθέσεις. Πράγματι, στους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας (1896), έγιναν στις εγκαταστάσεις του οι αγώνες ξιφασκίας, ενώ στην Μεσολυμπιάδα του 1906, το κτίριο χρησίμεψε σαν Ολυμπιακό χωριό. Εδώ λειτούργησαν από το 1938 και για 38 χρόνια οι «ραδιοφωνικοί θάλαμοι» της Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

Τόσο στην Belle Époque (1890-1910), όσο και την περίοδο του Μεσοπολέμου (1910-1940), το Ζάππειο ήταν πάντα «γεμάτο». Το πρωί τον τόνο έδιναν οι νταντάδες, «τροφοί» κατά την τότε έκφραση, με τα χαρακτηριστικά μεγάλα τους στήθη που θεωρείτο και απαραίτητο επαγγελματικό προσόν αφού αυτές θήλαζαν τα μικρά. Δίπλα τους, οι υπερήλικες συνταξιούχοι με το κομπολόι στο χέρι και με συγκεκριμένη, πάντα, ρεζερβέ θέση στα παγκάκια. Οι συζητήσεις ατελείωτες…

«Όασις», «Αίγλη», «Περιστύλιον», «Στάδιον», «Πεύκα», ήταν τα κέντρα που μάζευαν αριστοκράτες και αστούς ιδιαίτερα τις Κυριακές. Η «Όαση» λειτουργούσε προς την μεριά της Λεωφόρου Αμαλίας, ενώ η γνωστή «Αίγλη» στην ακριβώς αντίθετη μεριά. Τα δύο αυτά μαγαζιά έδιναν καθημερινή μάχη, με ποια ατραξιόν να μαζέψουν περισσότερο κόσμο… Στη μάχη αυτή ρίχτηκαν από το 1904 και οι κινηματογραφικές παραστάσεις, με έργα όπως «Δέκα γυναίκες για έναν άνδρα» και αντιλαμβάνεστε βεβαίως το αδιαχώρητο που δημιουργείτο!

Στο Ζάππειο επιδεικνύονταν με ιδιαίτερη χάρη οι νέες «κολεξιόν» και γενικά ό,τι πιο καινούργιο κυκλοφορούσε στην πόλη. Γι’ αυτό δεν ήταν λίγες οι απανταχού της πόλης μοδίστρες, καπελούδες και άλλοι επαγγελματίες, που περνούσαν συστηματικά από το Ζάππειο για επαγγελματική ενημέρωση…

Στο Ζάππειο γινόταν καθημερινά το κόρτε ανάμεσα στα δύο φύλα. Εδώ κυριαρχούσαν οι στρατιωτικοί με τις καλοσχεδιασμένες φανταχτερές στολές τους. Ανάλογα με το βαθμό τους, διάλεγαν: οι αξιωματικοί τις Ατθίδες από τα καλά σπίτια, τα φανταράκια τα «δουλικά», όπως δυστυχώς αποκαλούντο τότε οι υπηρέτριες, τις μοδιστρούλες και τις καπελούδες.

Όταν σουρούπωνε, στα απόμερα δρομάκια του πάρκου άρχιζαν στα παγκάκια οι «αψιμαχίες» των πιο θαρραλέων και άτακτων ζευγαριών. Με το που άδειαζαν τα κέντρα, αργά μετά τα μεσάνυχτα, τα παγκάκια καταλαμβάνονταν από άστεγους και περιθωριακούς τύπους, ενώ οι νυχτοφύλακες δεν προλάβαιναν να πηγαινοέρχονται.

Μια διαφορετική ξενάγηση

Ας αφήσουμε όμως τον ρεπόρτερ της εφημερίδας Έθνος, «ΕΥ», να μας ξεναγήσει στο χώρο. Βρισκόμαστε στο 1938:

«Ζάππειο, εδώ είνε η πρωτεύουσα των Αθηνών! Γιατί εδώ θα βρήτε κίνησι κοσμοπολίτικη, συρροή απ’ όλες τις άλλες... πόλεις, που κλείνει σήμερα στην αγκαλιά του το πάλαι ποτέ άστυ της Παλλάδος!

»Στο πάρκο του Ζαππείου, όπου η φύσις έχει εγκαταστήση ένα περίφημο εργοστάσιο δροσιάς, παράλληλα με την πλούσια βιομηχανία του οξυγόνου, θα δήτε κάθε βράδυ τον “κινητό πληθυσμό”, που συντηρεί το Ζάππειο, όπως συντηρεί και το Παρίσι!...

»Στο Παρίσι θα συναντήσετε την τρελλή ποικιλία του Διεθνισμού: Εγγλέζοι, Σπανιόλοι, Μαροκινοί, Κινέζοι, Ρώσσοι, Ινδοί, Αμερικάνοι. Στο Ζάππειο θ’ αντικρύσετε το πλούσιο ανακάτεμα του... Παναθηναϊσμού: Μεταξουργιώτες, Πατησιώτες, Λεβιδιώτες, Αχαρνιώτες, Παγκρατιώτες!

»Το Ζάππειο είνε το Παρίσι της Αθήνας! Αυτό συγκεντρώνει πολλά βράδυα την αριστοκρατία των άλλων πόλεων κι’ αυτό επί τέλους λανσάρει τη Μόδα! Μια κομψή Μεταξουργιώτισσα στο Ζάππειο θα δη ένα ιδιόρρυθμο καπέλλο ή ένα καλοραμμένο εμπριμέ. Και η Νίτσα, η καλή μοδίστρα του τέρματος Σεπολίων, πρέπει να πηγαίνη απαραιτήτως συχνά... στο Ζάππειο, όπως οι μεγάλες μοδίστρες οφείλουν να πηγαίνουν στο Παρίσι!

»Οκτώ το βράδυ. Ο μεγάλος δρόμος του πάρκου σκεπάζεται απ’ τα πλήθη που αποβιβάζουν τα ταξί και τα λεωφορεία. Ο βόμβος του συνωστισμού γεμίζει παράσιτα την ατμόσφαιρα. Τι παράξενο ηχητικό κοκτέιλ. Μικρές γλωσσίτσες, κουρδισμένες απ’ τη χαριτωμένη κοριτσίστικη ελαφρομυαλιά, παράγουν οξύτατα τιτιβίσματα, καθώς παρλάρουν ακούραστες για τα πιο απίθανα θέματα...

»Ένας ηλεκτρισμένος ερωτισμός πλανάται στην ατμόσφαιρα, μεταξύ ερτζιανών και αρωμάτων. Ο συνοικιακός δανδής που βρίσκεται έξαφνα στο κοσμοπολιτικό περιβάλλον, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, διψά μο-ντέρνα περιπέτεια!... Ένα καμουφλαρισμένο εμπριμέ βαδίζει μπροστά του, λικνιστικό, χοροπηδηχτό, γεμάτο αυθάδη θηλυκότητα και συγκεκριμένες καλλονές, εύχυμες, ωραίες, γευστικές στο μάτι. Ο συνοικιακός δανδής εισπνέει βαθειά τον αέρα που φιλτράρει ο μεταξωτός ποδόγυρος και τον στέλνει κορεσμένο από άρωμα, στα φτωχά του ρουθούνια. Αχ!... Θάχη άραγε συνέχεια το ρομάντζο;

»“Όασις”, “Αίγλη”, “Περιστύλιον”, “Στάδιον”, “Πεύκα”. Κέντρα που εναρμονίζονται με τον κοσμοπολιτισμό του περιβάλλοντος. Η “Όασις” είνε το χαρακηριστικώτερο. Στη σκηνή της υπάρχει γνήσιος διεθνισμός. Μπαλέττα, σανσονιέ, νουμερίστες, ακροβάτες, χορευταί απ’ όλα τα σημεία της Γης, συναντώνται κάθε καλοκαίρι στο μικρό, κομψό παλκοσένικο της γωνιάς του Ζαππείου. Φαντάζομαι πως ευκολώτερα βρίσκεις θέσι στην πρεμιέρα του Μπέρναρντ Σω, παρά τραπεζάκι στην “Όασι”!

»Κ’ είνε αληθινά ιδιόρρυθμο κέντρο. Ρεστωράν, βαριετέ, ρεβύ, μπουάτ, καμπαρέ, ό,τι θέλετε. Ή μάλλον όλ’ αυτά μαζί. Παραγγέλνετε ένα καλό σνίτσελ με γαρνιτούρα θεαματική! Σοφός συνδυασμός. Ικανοποιεί συγχρόνως τη γεύσι, την όρασι, την ακοή και την όσφρησι ακόμα, όταν έχετε παρφουμαρισμένους γείτονες. Και μόνον η αφή μένει παραπονεμένη. Φοβερά μάλιστα! Γιατί την πεισματώνουν οι άλλες. Κι’ ιδίως η όρασις, που καταβροχθίζει ένα λουκούλλειο θεαματικό μενού.

»Στην “Αίγλη”, το σνίτσελ συνοδεύεται από ελαφρά και βαρειά μουσική. Το επιπόλαιον κελάιδισμα της ντιζέζ διακόπτεται από τα επιστημονικά ηχητικά προϊόντα του σοφού λάρυγγος, που έχει ιδιόκτητον ο κ. Πρεδάρης. Ένας εύθυμος, ασημόηχος λαρυγγισμός της μικρούλας, που στονάρει ελαφρά, και κατόπιν μια διπλωματούχος μελοδραματική κορώνα του Πρεδάρη. Χωνεύεται περίφημα.

»Τα τραπεζάκια της “Αίγλης” φιλοξενούν την διανυκτερεύουσαν οικογενειακήν σοβαρότητα, που παραθερίζει μονίμως από ετών στο Ζάππειο κι’ έχει κάνη, φυσικά, τις γνωριμίες της εδώ. Κάθε βράδυ, η ίδια αναπαυτική μονοτονία. Παγωτό, συζήτησις, χασμουρητό και καληνύχτισμα. Στερεότυπα θέματα. Κονσερβαρισμένα καλαμπούρια. Αυστηρά πλήξις. Αδιάλλακτος ανία. Κούρα ακινησίας του μυαλού και νάρκης των νεύρων.

»Παρακάτω λίγα βήματα, η άστεγη αλητεία ψαρεύει γόπες της ξηράς στο σκοτάδι κ’ ετοιμάζεται να κοιμηθή μακάρια στο υπαίθριο ξενοδοχείο του Πάρκου. Το φεγγάρι έχει ανάψη δίπλα στο παγκάκι τη λάμπα πορτατίφ. Βάρδα μην επιδράμη ο πόλισμαν και μεταφέρη την πελατεία στο Λαϊκό Υπνωτήριο. Μανία που την έχει κι’ αυτός!

»Ως το πρωί έχει κίνησι το Ζάππειο. Το καφενεδάκι της εισόδου, γεμίζει ξενύχτιδες που αράζουν για έναν διανυκτερεύοντα “μέτριο βραστό”».

Ανάμεσα στις παρέες που διασκεδάζουν

Μια που είμαστε μέσα στο «κλίμα» του Ζαππείου, ας πλησιάσουμε αθόρυβα μια παρέα και, κρυφακούοντας, ας νιώσουμε καλύτερα την όλη ατμόσφαιρα:

«Μια άλλη μεγάλη παρέα μόλις ήρθε.

– Τι παγωτά έχετε, παρακαλώ;

Το γκαρσόνι με μια μαρτυρική έκφραση στο πρόσωπό του, ετοιμάζεται να απαγγείλει για πολλοστή φορά.

– Κρέμα, βερίκοκο, πεπόνι, καρπούζι, βύσσινο, μους ντε νταμ, καφέ, αχλάδι, κασάτα... Η κυρία Ελπινίκη δεν κρατιέται.

– Εμένα να μου δώσεις κρέμα... όχι, δώσ’ μου καλύτερα πεπόνι... ρίξε και λίγο κονιάκ παρακαλώ.

Είναι η σειρά της κυρίας Ευανθίας, το γκαρσόνι την κοιτάζει. Η κυρία Ευανθία πέφτει σε σκέψεις.

– Τι παγωτά είπατε ότι έχετε;

Εκφωνούνται εκ νέου αι θεριναί ηδύτητες με πλήρη απόγνωση στο χρωματισμό της φωνής. Η κυρία Ευανθία αποφαίνεται:

– Πολύ καλά. Ας εκλέξουν πρώτα οι άλλοι και σου λέω.

Οι άλλοι διαμαρτύρονται.

– Α όχι, κυρία Ευανθία, προτιμάσθε!

– Παρακαλώ.

– Τίποτε, τίποτε. Περιμένουμε το γούστο σας να συμμορφωθούμε με αυτό.

Ευτυχώς ο μικρός Γιαννάκης διακόπτει.

– Εμένανε μια κασάτα.

– Μπράβο, Γιαννάκη μου. Ο μικρός έχει προδιαγεγραμμένη την απόφασή του!

Το γκαρσόνι με τα τελευταία ίχνη υπομονής που διαθέτει:

– Λοιπόν, παρακαλώ;

Η σειρά του κυρίου Ευριπίδη.

– Εμένα δώσε μου ένα ανάμεικτον.

– Ωραία ιδέα.

– Ε, εγώ το έλεγα πάντοτε ότι ο κύριος Ευριπίδης έχει τις καλλίτερες ιδέες.

Το γκαρσόνι έχει ιδρώσει.

– Λοιπόν, κυρίαι και κύριοι;

– Δώστε μου κρέμα.

– Εμένα αχλάδι.

– Μήπως έχετε παρακαλώ ροδάκινον;

– Όχι, κυρία μου.

– Δεν έχετε ροδάκινον; Αμ’ τότε τι παγωτά έχετε;

– Είχαμε, κυρία, αλλά εξηντλήθη.

– Είχατε και εξηντλήθη; Τα βλέπεις, Χαρίλαε! Συ φταίς, που ήρθες αργά και βγήκαμε τα μεσάνυχτα από το σπίτι!

– Αγαπητή Αντωνία, δεν έχεις δίκηο. Τρεις ώρες εφορούσες το καπέλο σου στον καθρέφτη, αν και εις τον δρόμον το έβγαλες και με υποχρέωσες να το κρατώ.

– Ωραία! Πολύ κομπλιμεντόζος μού είσαι απόψε.

Έχει όμως μείνει η γιαγιά!

– Γιαγιά, τι παγωτό θα πάρεις;

– Εσείς... τι πήρατε; ακούγεται μια φωνή τσιβδίζουσα!»

(Κείμενο βασισμένο σε ρεπορτάζ του «Πολυντώρ»)

Ένα «ταλαιπωρημένο» άγαλμα

Και μια αλλόκοτη λεπτομέρεια: Τον περιπατητή του Ζαππείου θα ξενίσει η παρουσία του αγάλματος του Βαρβάκη, άλλου εθνικού ευεργέτη, στον περίβολο του κτιρίου. Κανονικά το άγαλμα θα έπρεπε να βρίσκεται στον φυσικό του χώρο, δίπλα στη Βαρβάκειο αγορά της οδού Αθηνάς. Έλα ντε! Εδώ σας θέλω. Ιδού η λίγο… δύσοσμη εξήγηση:

Μια ταβέρνα παλιά όσο και η Αθήνα ήταν η ταβέρνα του Τάσαινα κοντά στη Βαρβάκειο. Εδώ σερβιριζόταν και πατσάς μετά... δικαιώματος, που σήμαινε μία «κουτάλα επί πλέον ζωμού δωρεάν». Ένα, έτσι κι αλλιώς, φθηνό πιάτο, αφού στοίχιζε μόνο 25 λεπτά.

Η ταβέρνα αυτή υπήρξε αφορμή να μεταφερθεί ο ανδριάντας του Βαρβάκη στο Ζάππειο, αφού η «αξιότιμη» πελατεία της ταβέρνας (άνθρωποι της αγοράς), επέμεινε να μετατρέπει καθημερινά τον ανδριάντα του μεγάλου ευεργέτη σε... δημόσιο ουρητήριο! Μόλις βράδιαζε, οι πελάτες του Τάσαινα, ο ένας μετά τον άλλο, πήγαιναν να δουν αν το άγαλμα ήταν στη θέση του. Περιττό να πούμε ότι το κάτασπρο πεντελικό μάρμαρο είχε γίνει από τη νέα του χρήση... κίτρινο.

Αφιέρωμα στα ερωτευμένα ζευγαράκια

Θα τελειώσουμε την επίσκεψή μας στο Ζάππειο, με ένα πολύ μικρό αφιέρωμα στα ερωτευμένα ζευγαράκια του:

Τραγουδήστε λοιπόν μαζί μας το νοσταλγικό…

Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα
Συνάντησα μια νέα ξανθομαλλούσα

Είχε περίσσια χάρη το βάδισμά της
Σαν κυπαρίσσι ήταν το ανάστημά της

Κρατούσε ομπρελίνο, σατέν τσαντάκι
Και είχε ένα άσπρο μικρό σκυλάκι

Της λέω καλημέρα και μου γελάει
Και δίπλα η λατέρνα μας τραγουδάει

Της κόβω ένα λουλούδι και το μυρίζει
Αρχίζει η καρδιά μου να φτερουγίζει!

Όπως συνέβαινε με όλα αυτά τα αθώα και ρομαντικά τραγουδάκια, δεν προλάβαιναν να κυκλοφορήσουν, και οι «παιχνιδιάρηδες» Αθηναίοι τα άρχιζαν στις παραλλαγές. Ιδού λοιπόν και μια λιγότερο ρομαντική, σίγουρα πιο «προσγειωμένη», παραλλαγή. Πάμε γερά λοιπόν, στον ίδιο ρυθμό, άλλη μια φορά:

Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα
Συνάντησα μια νέα μακρομαλλούσσα
Την κοίταζα ευθέως μέσα στα μάτια
Και η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια

Στο Ζάππειο μια μέρα καθώς γυρνούσα
Μου κόπηκαν τα πόδια απ’ την πατούσα
Συνάντησα ένα νέο μυστακοφόρον
Δύο μέτρα άνδρα και αεροπόρον

Και δώσαμε αμέσως γνωριμίαν
Που μας ωδήγησε εις την εκκλησίαν
Πω πω καημός και συμφορά
Δεν το σκεφθήκαμε καλά!

Στο Ζάππειον λοιπόν σαν περπατάτε
Μονάχα ίσια-μπρος θε να κοιτάτε
Κι’ έτσι αποφεύγετε κάθε παγίδα
Ούτε σε γνώρισα- ούτε σε είδα…

Και αν δεν θέλετε να εκτεθείτε
Στο Ζάππειο καθόλου τότε μην μπείτε
Και έτσι διαφεύγετε κακοτοπιές
Γάμους- κουμπάρους και συμπεθεριές

Αν δεν θυμάστε το σκοπό θα σας βοηθήσουν «τα μικρά ζουζούνια»:




Πηγή
__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν
Απάντηση με παράθεση
Οι παρακάτω χρήστες έχουν πει 'Ευχαριστώ' στον/στην justin για αυτό το μήνυμα:
Xenios (12-06-13)
  #4  
Παλιά 13-06-13, 18:12
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 03-01-20 17:29
Φύλο: Άντρας
Η Ερμού με τα ιδιαίτερα καταστήματα



Ερμού, η οδός της «τρυφηλής ασωτίας»

Μαζί με την Αιόλου, αποτελούσαν τους κεντρικούς δρόμους της Παλιάς Αθήνας κατά τα πρώτα Οθωνικά χρόνια. Γεμάτη εμπορικά καταστήματα, κυρίως γυναικείων ρούχων, η Ερμού ήταν ανέκαθεν πόλος έλξης του γυναικείου πληθυσμού. Ακόμη και οι Βαυαροί, που δεν άργησαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους (1843), την πήραν χαμπάρι και της έδωσαν το παρατσούκλι: η οδός της «τρυφηλής ασωτίας».

Στο βιβλίο του για την Αθήνα του 1850, ο Μπάμπης Άννινος θα γράψει σχετικά:

«Η ζωή της πόλεως κατά την ημέραν έσφυζεν ιδίως περί την διασταύρωσιν των δύο κεντρικών οδών Αιόλου και Ερμού. Εις αυτάς προ πάντων ευρίσκοντο τα διάφορα εμπορικά καταστήματα, οπόθεν άρρενες και θήλεις επρομηθεύοντο τα χρειώδη. Αλλά ταύτα δεν ήσαν αποκλειστικώς αποθήκαι υφασμάτων και κοσμημάτων και σκευών και ειδών πολυτελείας.

»Δύναμαι να βεβαιώσω εξ ιδίας αντιλήψεως ότι εις το ανώτερον τμήμα της οδού Ερμού, το από της Καπνικαρέας μέχρι της πλατείας του Συντάγματος, εκεί όπου σήμερον δεσπόζει το κράτος της κομψής αμφιέσεως και όπου το αιωνίως φιλάρεσκον θήλυ πορεύεται εις το καθημερινόν προσκύνημα των ιδιοτροπιών του συρμού (σ.σ. εννοεί της μόδας), υπήρχον ακόμη μέχρι προ πεντήκοντα και έλαττον ίσως ετών μεταξύ άλλων εργαστηρίων και πρατηρίων και δύο τρία παντοπωλεία, εις τα πρόθυρα των οποίων το ρυπαρόν μπακαλόπουλον διελάλει –τι βεβήλωσις αλήθεια! – τις μοσχομυρωδάτες σαρδέλλες!»

Ιδιαίτερα καταστήματα της Ερμού

Ο Άννινος έχει σίγουρα κατά νου το μαγαζί του έντιμου μεγαλομπακάλη της Ερμού, Σταμάτη Κουζουλούδη, που εθεωρείτο «κοσμητής της αγοράς». Σημειώστε, αγαπητοί αναγνώστες, ότι ο χαρακτηρισμός «έντιμος» είχε εκείνη την εποχή μεγαλύτερη σημασία από το «μεγαλομπακάλης»!

Στην Ερμού υπήρχαν τότε δύο ειδών ραφτάδες για τους άνδρες: οι «Ελληνοράφτες» (που ασχολούνταν με τη φουστανέλα) και οι «Φραγκοράφτες» (για «ευρωπαϊκά ενδύματα»). Για τις κυρίες, τα πράγματα ήταν πιο απλά. Όλες πήγαιναν στη Γαλλίδα Λιζιέ, που ίδρυσε πρώτη ευρωπαϊκό ραφείο για γυναικείες τουαλέτες, όπως αποκαλούσαν τότε τα φορέματα!

Ένα άλλο αγαπημένο μαγαζί της Ερμού, εκείνη την εποχή, ήταν του Ροδόλφου Μάιφαρτ. Με τα είδη δώρων που έφερνε απ’όλη την Ευρώπη, στόλιζε τα αριστοκρατικά σπίτια της Παλιάς Αθήνας.

Αντιλαμβάνεσθε, ότι όλο αυτό το συνονθύλευμα καταστημάτων, μικρών ξενοδοχείων και καφενείων, στα οποία αργότερα προστέθηκαν και πολυάριθμα ζαχαροπλαστεία, συγκέντρωνε πολύ κόσμο. Ήδη, στο σημείωμά μας για την πλατεία του Συντάγματος, αναφερθήκαμε εκτενώς για τον Ζαβορίτη και το καφέ-ζαχαροπλαστείο του στις αρχές της Ερμού, και για το απέναντί του, πολυτελές ξενοδοχείο της Αγγλίας.

Μιλώντας για τα ζαχαροπλαστεία της περιόδου 1880-1910 (Belle Époque), να μην λησμονήσουμε ένα πολύ αγαπητό μαγαζί της Ερμού, εκείνο του «Τζίτζικα». Ο λόγος; Ιδιαίτερος! Είχε μεταβληθεί σε αισθηματικό κέντρο των νεαρών! Εδώ φύλαγαν καρτέρι οι νεαροί κομψευόμενοι, άψογα πάντα ντυμένοι και με άνθος στην «κομβιοδόχη», έτοιμοι να φλερτάρουν με τις κυρίες και τις δεσποινίδες που τους ανέβαζαν τους χτύπους της καρδιάς των!

Επειδή, μάλιστα, όσοι ανεβοκατέβαιναν την Ερμού παρακολουθώντας τις κυρίες που σύχναζαν στα εμπορικά είχαν το παρατσούκλι «εργολάβοι», το ζαχαροπλαστείο προς «τιμήν τους» ονόμασε ένα γλύκισμά του «εργολάβο»! Το όνομα διατηρήθηκε και μετά τον πόλεμο του 1940. Μια πάστα του ίδιου ζαχαροπλαστείου, που συνέχισε και αυτή τη νικηφόρα πορεία της και μετά τον πόλεμο, ήταν η «Κοπεγχάγη». Αυτή βγήκε, φυσικά, προς τιμήν της πρωτεύουσας της Δανίας, πατρίδας του Βασιλέως Γεωργίου.

Κατά τη διάρκεια της Belle Époque άλλαξε η εμπορική σημασία των κεντρικών δρόμων. Η Ερμού με την Σταδίου «συμμάχησαν» και κατέλαβαν την πρώτη θέση, ενώ το «δίδυμο» Αιόλου-Αθηνάς πέρασε στη δεύτερη θέση. Η «Εφημερίς» θα γράψει σχετικά το 1891:

«Ούτως αι Αθήναι εις τινά κέντρα αυτής μεταβάλλονται ολίγον εις Μιλάνον και ουχί σπανίως νομίζει τις ότι ευρίσκεται εις γωνίαν τινά παρισινού βουλεβάρτου. Κυρίως η συγκέντρωσις του πλήθους γίνεται εις τας οδούς του Ερμού και του Σταδίου, κατά δεύτερον δε λόγον εις τας οδούς του Αιόλου και της Αθηνάς. Από πολλού αι δύο πρώται αυταί οδοί κυριαρχούσι του αθηναϊκού εμπορίου. Εις αυτάς συνεκεντρώθησαν τα ε-μπορικά των ειδών της πολυτέλειας και των γυναικείων καλλωπισμών, πράγματα ελκύοντα τας κυρίας, ως τας χρυσαλίδας ή φλοξ [...]

»Αι οδοί του Αιόλου και της Αθηνάς δεν απέβαλον εισέτι ολοτελώς τον χρωματισμόν εμπορικών οδών ανατολικής πόλεως. Όλα αυτά, τα έξωθεν των θυρών κρεμάμενα αντικείμενα, προδίδουσιν ακόμη τας ανατολικάς συνηθείας των πραγματευτάδων, οίτινες εκθέτουσιν έξωθεν της θύρας των ό,τι εκλεκτόν έχει ένδον το κατάστημά των [...]».

Στις παρόδους της Ερμού λειτουργούσαν μετά το 1900 και πάρα πολλές μικρές βιοτεχνίες ρούχων και καπέλων. Μετά τις 5 το απόγευμα η Ερμού γέμιζε κορτάκηδες και λοιπούς λιμοκοντόρους που δοκίμαζαν την τύχη τους με τις αμέτρητες μοδιστρούλες και καπελούδες, που πλημμύριζαν το δρόμο.

Στο Ελδοράδο των γυναικών

Ας αφιερώσουμε το σημείωμά μας αυτό στις Ατθίδες μας και ας τις παρακολουθήσουμε στα «περάσματά» τους από την Ερμού. Μαζί μας, ο νεαρός τότε ρεπόρτερ Δημήτρης Ψαθάς («Αθηναϊκά Νέα», 1931).

«Ιερά στιγμή. Η κυρία βαδίζει προς τα μαγαζιά. Η οδός Ερμού πρώτα, και κατόπιν όλοι οι άλλοι δρόμοι της οικουμένης. Είνε η οδός που οδηγεί κατ’ευθείαν εις την ευτυχίαν της. Όποιος ομιλήση για την γυναικείαν ψυχολογίαν και τα γούστα, για τας μεγάλας συγκινήσεις του θήλεως χωρίς ν’αναφέρη τα κύματα της μετάξης που είνε επιμελώς τυλιγμένα στα τόπια κι’αραδιασμένα εκεί, εις τα μεγάλα καταστήματα, είνε ασφαλέστατα εις το κεφάλαιον της γνώσεως των γυναικών αστοιχείωτος.

»Μέσα σε μίαν βιτρίνα είνε κλεισμένο το άπαντον των ονείρων της. Ένα κατάστημα της οδού Ερμού αποτελεί το Ελδοράδο της. Καμμία υπερβολή… Η γυναίκα εις την θριαμβευτικωτέραν εκδήλωσιν του φύλου της, εις τον έρωτα, υπήρξεν ανέκαθεν άπιστη. Εις το μετάξι όμως, εις την τουαλέττα της, ποτέ. Βάλτε την ανάμεσα εις τον ιδεωδέστερον εραστήν και σε ένα κομψό φουστάνι. Θα διαλέξη χωρίς τον παραμικρότερο δισταγμό το δεύτερον. Βάλτε ακόμη μπροστά της, αν θέλετε, το πολυτιμότερον έντυπον, μνημείον της ανθρωπίνης διανοήσεως και ένα φιγουρίνι. Θ’απλώση το χέρι απ’ευθείας στο δεύτερο.

»Μην αμφιβάλλετε… Προσέξτε αυτό το βλέμμα που έχει καρφωθή εις την βιτρίναν του μεγάλου καταστήματος της οδού Ερμού. Εραστής εις τας πλέον παθητικάς στιγμάς των ερώτων του δεν το εγνώρισε. Η κυρία βαδίζει σιγά και σταματά κατά διαλείμματα, προσέχει, απολαμβάνει τα χρώματα, τις πτυχές, τα παιγνίδια της μετάξης πίσω από το κρύσταλλο της βιτρίνας. Είνε όλη όνειρα, αγάπη, αφοσίωση…

***

»Δεν ξέρω πώς ημπορεί να είνε ο παράδεισος των ανδρών. Πάντως ο παράδεισος των γυναικών, δεν ημπορεί να είνε άλλος από αυτό το μεγάλο κατάστημα, όπου παρελαύνει, από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλος ο ωραιόκοσμος της πρωτευούσης. Νεαρά κορίτσια, που εργάζονται ολόκληρον τον μήνα για να εξοικονομήσουν ένα χιλιόδραχμο, νεαρές κυρίες που διεξάγουν ομηρικούς καυγάδες να αποσπάσουν από τα χέρια του συζύγου των μερικά εκατοστάρικα, εύπορες κυρίες που πηδούν με χάρι σουμπρέττας από την λιμουζίνα, αλλά και φτωχούλες νοικοκυρές και κορίτσια του λαού που υποβάλλονται σε χίλιες στερήσεις, και άλλα που ρευστοποιούν ένα μέρος από τα θέλγητρά των για ν’αποκτήσουν τ’απαραίτητα, περνούν όλη την ημέρα με συγκίνησιν εμπρός από τον πάγκον, όπου απλώνεται το κύμα της ευτυχίας.

»Τον βλέπετε αυτόν τον υπάλληλον με τον πήχυν στα χέρια; Είνε ο άγιος Πέτρος με το κλειδί του παραδείσου. Και μετρά, μετρά ο δυστυχής, από όρθρου βαθέος. Κατεβάζει τόπια, ανοίγει, εξυμνεί τας αρετάς του προϊόντος, παλεύει με την πάλην του θήλεως του οποίου το μάτι πλέει μέσα εις αυτό το πέλαγος της χαράς με ηδονήν και προσπαθεί να σταθεροποιήση κάπου την προτίμησίν του. Αλλά το εγχείρημα είνε τόσον δύσκολον. Η στιγμή της εκλογής, της προτιμήσεως, του «κόψε μου έξη πήχες», δεν γνωρίζει οίκτον. Είνε το φινάλε εις ένα γοητευτικόν ρωμάντζο, το οποίον το θηλυκόν εννοεί να το τραβήξη όσο μπορεί περισσότερον.

-Έχετε ζωρζέττες, παρακαλώ;

-Από ζωρζέττες, μαντάμ… όλα τα είδη και όλα τα χρώματα.

»Και αρχίζει το πρώτον μέρος του δράματος. Αι λέξεις «όλα τα είδη και όλα τα χρώματα» πρέπει να μεταβληθούν αμέσως σε πραγματικότητα. Τα ράφια ερημώνονται στο λεπτό κι’ο πάγκος μεταβάλλεται σε βουνό μετάξης.

-Τι λες, Ελενίτσα; Καλό είνε αυτό το γκρενά…

-Ναι, μα κι’αυτό το κίτρινο συνηθίζεται.

-Αχ, γλυκό που είνε αυτό το ροζ!...

»Ο υπάλληλος προσπαθεί να παρέμβη εις αυτήν την σύγχυσιν των προτιμήσεων και να εισηγηθή τα πολύτιμα γούστα του και την πείραν του.

-Να πάρετε απ’αυτό μαντάμ. Ολόκληρο το τόπι το εξηντλήσαμε σε δυο μέρες.

-Αλήθεια; Έχετε δίκηο… Μα εγώ προτιμώ το γκρενά.

»Ξετυλίγονται εκ νέου τα τόπια, μεταφέρονται κοντά στην πόρτα για να φαίνωνται στο φως του ήλιου καλύτερα τα χρώματά των, επακολουθούν νέες συζητήσεις, της οποίες καταβάλλει απεγνωσμένες προσπάθειες να φέρη εις πέρας ο υπάλληλος, χαμένος πίσω από τον πανύψηλον σωρόν, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

-Πάμε να δούμε και αλλού, Ελενίτσα;

-Πάμε καϋμένη… Ίσως βρούμε καλύτερα.

-Μας συγχωρείτε για την ενόχλησι, κύριε… Άλλη φορά θα ψωνίσουμε από δω… αν βρούμε κάτι να μας αρέση.

***

»Ποιο όμως είνε αυτό το κάτι που θ’αρέση; Είνε αδύνατον να καθορισθή. Διότι το θήλυ που εβγήκε να ψωνίση ενθουσιάζεται από όλα. Και επειδή είνε αδύνατον να τα προμηθευθή όλα, κάνει την βόλτα των καταστημάτων, ψάχνει τα πάντα, εγγίζει τα πάντα, συζητεί για ολόκληρον την παραγωγήν όλων των εργοστασίων του κόσμου, ώσπου να καταλήξη κάπου. Δεν σας συνέβη ποτέ να περνάτε το πρωί από την οδόν Ερμού, να δήτε δυο γυναίκες να μπαίνουν σ’ένα κατάστημα και το μεσημέρι που φεύγετε από την δουλειά σας να της δήτε της ίδιες πάλι να βγαίνουν επί τέλους από κάποιο άλλο με τα πακετάκια υπό μάλης; Είνε συνηθέστατον.

»Η στιγμή της εκλογής είνε πράγματι συγκινητική. Όταν επιστή όμως, αρχίζει το δεύτερον μέρος του δράματος.

-Τι στοιχίζει αυτό το κρεπ-ντε-σιν;

-Εκατό δραχμάς, μαντάμ…

»Τα μάτια της μαντάμ γεμίζουν έκπληξιν και οργήν.

-Εκατό δραχμές; Τι λες, παιδί μου… Τώρα δα στο πλαϊνό, μας το είπαν ογδόντα.

-Δεν είνε της ιδίας ποιότητος, μαντάμ. Τα δικά μας υφάσματα είνε ασυναγώνιστα.

»Αλλά το επιχείρημα δεν συγκινεί.

-Αστειεύεστε; Το κρεπ-ντε-σιν του πλαϊνού καταστήματος ήταν ανωτέρας ποιότητος! Λοιπόν θα μου το δώσετε ογδόντα δραχμές;

-Αδύνατον, κυρία μου! Δεν συμφέρει… Σας βεβαιώ, ότι πουλάμε στο κόστος. Δεν μας μένει τίποτε.

-Καλά τότε. Είμαστε σύμφωνοι. Θα μου το δώσετε με… ενενήντα δραχμές!

»Και κατόπιν πολλών αγώνων, κλείνεται η συμφωνία και δίδεται η εντολή να μετρηθούν έξη πήχες. Την στιγμή δε που ο υπάλληλος ετοιμάζεται να κόψη, γίνεται η τελευταία απόπειρα:

-Πήγαινε λιγάκι παραπέρα το ψαλλίδι, παιδάκι μου!... Δε χάλασε ο κόσμος!...

»Όσοι θέλουν να σπουδάσουν την γυναίκα, ας ανοίξουν ένα εμπορικό στην οδόν Ερμού. Με τον πήχυν εις το χέρι, θα ημπορούν να επιδοθούν εις τας σοφωτέρας των ψυχολογικών μελετών…»

Και επειδή φαντάζομαι ότι οι άρρενες αναγνώστες μειδιούν χαιρέκακα, θα τους πρότεινα ν’ αφήσουν τα γελάκια και να εντρυφήσουν στην εξής σκέψη του Εμμανουήλ Ροΐδη:

«Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’αποκρύπτη τις επιμελώς δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του».

Αν δυσκολεύεσθε να βρείτε το βαθύτερο νόημα της πιο πάνω ρήσης, συνεχίστε διαβάζοντας:

Πόσο στοιχίζει η γοητεία;

«Πόσο στοιχίζει άραγε η γοητεία; Τι να κοστίζη η κομψότης; Με ποιες οικονομικές θυσίες αγοράζεται το «αμπαλάζ» των εμψύχων «ειδών πολυτελείας», που το πέρασμά τους στο δρόμο, προκαλεί ολόκληρη αναστάτωση στα δυστυχή αιμοφόρα αγγεία μας;


»Κανείς οικονομολόγος δεν καταδέχθηκε ν’απασχοληθή ποτέ με τέτοιου είδους ελαφρά προβλήματα. Και μόνον ο μπαμπάς ή ο σύζυγος, ο κατ’ανάγκην «οικονομολόγος» της οικογένειας, απησχολήθη μαζί τους σοβαρά, σοβαρώτατα και επανειλημμένως. Εξενύχτησε επάνω τους με το μολύβι στο χέρι και επήρε θέσιν εξαιρετικού πελάτου του «FABER», του οποίου τα «Νο 2» κατηνάλωνε αφειδώς με τους αιωνίους ανισοσκελίστους προϋπολογισμούς του!...

-Παλτό 4.000… Γάντια 250!... Όχι… Παλτό τρισήμισυ… Γάντια διακόσιες… Όχι, παλτό τρεις! Γάντια εκατόν εβδομήντα πέντε…

-Μα τι λες τώρα, Παντελή; Μ’εκατόν εβδομήντα δραχμές δεν αγοράζεις ούτε πάνινα! Εγώ θέλω γουρουνόδερμα, κατάλαβες;

-Καλά, έστω, γουρουνόδερμα… Λοιπόν, γάντια διακόσιες πενήντα…

-Τι λες καλέ; Τετρακόσιες και βάλε…

-Τι να βάλω; Δεν βγαίνουνε!

»Και επήρχετο η ρήξις. Και επάγωνε η θαλπωρή της οικογενειακής εστίας! Και «ους ο Θεός συνέζευξε»… τους έπαιρνε ο διάολος και τους εσήκωνε!...

»Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους, με την τάξιν και την σχολαστικότητα που απαιτείται δια να εμφανισθή… ένα οικονομικόν άρθρον! Τι στοιχίζει η γυναίκα, για να ντυθή, να εμφανισθή, να «αμπαλλάρη» τη γοητεία της, να «τυλίξη την καλλονή της και να… τυλίξη, επίσης, κάποιον που θα πληρώνη τον φόρον του έρωτος; Απ’ευθείας δεν μπορεί ν’απαντήση κανείς. Γιατί υπάρχουν ειδών-ειδών γυναίκες: Υπερπολυτελείας, πολυτελείας, πρώτης ποιότητος, δευτέρας ποιότητος και… φθηνές.

»Δε μας ενδιαφέρουν παρά οι πρώτες κατηγορίες. Κι’αρχίζουμε απ’τη γυναίκα-υπερπολυτελείας, τη σικ κυρία, τη «φίρμα» του κοσμικού ρεπορτάζ. Ψυχρά, ξερά και σοβαρά, θα ομιλήσουν οι Αυτών Εξοχότητες οι κ.κ. Αριθμοί:

Χειμερινή σαιζόν: (μήνες πέντε)

1)Ένα «πτι-γκρι» ή κοντό γούνινο παλτό για βράδυ ή άλλο γουναρικό (σε κάθε σαιζόν κάτι θα χρειάζεται)… 50.000
2)Δέκα –τουλάχιστον- ζευγάρια παπούτσια προς 900 δραχμές το ένα, κατά μέσον όρον… 9.000
3)Τριάντα ζευγάρια κάλτσες προς 350 το ζευγάρι… 10.500
4)Πέντε ως οχτώ βραδυνές τουαλέττες. Εδώ το ποσόν είνε ανυπολόγιστον. Ένα «μοντέλο» κοστίζει από 10.000-30.000. Αν υπολογισθή ότι τα μισά ή τα περισσότερα δεν θα είνε «μοντέλα», πρέπει να ληφθή ως βάσις η τιμή των υφασμάτων για βραδυνή τουαλέττα. Τα εφετεινά –συνδυασμός μαύρου και λαμέ στην υφή ή κόκκινον και λαμέ ή ασπρόμαυρον «γκωφρέ» με λαμέ-, στοιχίζουν 675-750 δραχμές τον πήχυ. Οχτώ πήχες –πρόκειται περί βραδυνού- κάνουν 5.400-6.000. Ραφτικά άλλες 2-2.500= 7.400-8.500. Αν πούμε ότι θα γίνουν πέντε τουαλέττες βραδυνές, εκ των οποίων ένα μοντέλο αξίας 15.000 –μετριώτατοι δηλαδή υπολογισμοί-, έχουμε αμέσως-αμέσως… 49.000
5)Δύο φορέματα σπορ από 350 περίπου ο πήχυς, 12 πήχεις, σύνολον δραχμές 4.200 και –ας πούμε- 1.600 ραφτικά… 5.800
6)Πέντε ως έξη «αμπιγιέ». Από 400-500 ο πήχυς, 18.000 το ύφασμα. Και 6.000 ραφτικά… 24.000
7)Τέσσερες τσάντες 6.000
8)Οκτώ καπέλλα, αν υπολογισθούν και ένα ή δύο μοντέλλα… 15.000
9)Γάντια, οχτώ ζευγάρια προς 400-600… 4.000
10)Μανικιούρ, πεντικιούρ, μαλλιά… 15.000
11)Αρώματα, καλλυντικά… 30.000
12)Κοσμήματα (αλλαγές «δεσίματος», όχι αγορά καινούργιων)…15.000
13)Απρόβλεπτα… 3.000

ΣΥΝΟΛΟΝ 236.300

»Αν υποτεθή τώρα, ότι το κοντύλι των γουναρικών θ’αποσβεσθή σε δύο χειμώνες –πράγμα απίθανον, εννοείται-, τότε το ποσόν μειώνεται. Το κόστος, λοιπόν, της γυναικείας κομψότητος για την χειμερινή σαιζόν, κυμαίνεται μεταξύ 230 και 250.000. Η κομψότης, δηλαδή, της υπερπολυτελούς κυρίας, έχει ανάγκην 45-50.000 δραχμών τον μήνα! …Και χωρίς να υπολογισθούν τα «dessus»! Ήτοι, 600.000 το χρόνο που αντιπροσωπεύουν τον τόκο έξη ως επτά εκατομμυρίων! Κατ’αναλογίαν, κοστίζει η απλώς πολυτελής κυρία και η γυναίκα πρώτης ποιότητος.

»Η Γοητεία, λοιπόν, είνε το ακριβώτερο είδος που υπάρχει στον κόσμο! Και τι τα θέλετε; …Της αξίζει! Ο ρυθμός της Ζωής γι’αυτήν κινείται κι’αυτήν πλαισιώνει…

»Κάθε είδος, όσο και να είνε «εκλεκτής ποιότητος», έχει ανάγκη εξωραϊσμού καλής εμφανίσεως! Η εντύπωσις, η παρουσίασις, είνε το παν. Και στα πούρα και στα μπομπόνια και στη Γυναίκα!...»

(«Έθνος», γράφει ο εξαίρετος Δ.Κ. Ευαγγελίδης, 1937)


Θα κλείσουμε μ’ένα τραγουδάκι εξαιρετικά αφιερωμένο στις μοδιστρούλες της Ερμού:


__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν
Απάντηση με παράθεση
  #5  
Παλιά 15-06-13, 11:49
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 03-01-20 17:29
Φύλο: Άντρας
Κολωνάκι







Όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη,
Και όλοι έχουμε καρδιά, Λαός και Κολωνάκι»

Οι Παλιοί Αθηναίοι έλεγαν «Κολωνός και Κολωνάκι» όταν ήθελαν να αντιδιαστείλουν τις δύο τάξεις. Το Κολωνάκι ήταν και παραμένει σε όλους γνωστό σαν η αριστοκρατική συνοικία της Αθήνας. Ξεκινά από την Πανεπιστημίου και φθάνει μέχρι το «Μαιευτήριο Έλενα». Αρχίζει και από τον Λυκαβηττό και κατηφορίζει μέχρι την Βασιλίσσης Σοφίας. Με τα Ανάκτορα, τη Βουλή, τα λαμπρά νεοκλασικά μέγαρα που φιλοξενούσαν την αριστοκρατία και τους νεόπλουτους της πόλης και τις πρεσβείες ολόγυρα, τι άλλο θα μπορούσε να ήταν παρά μια πολύ «καλή» και ακριβή συνοικία.

Όταν το Κολωνάκι δεν ήταν και τόσο αριστοκρατικό

Και όμως, στις σπάνιες φωτογραφήσεις της περιοχής πριν το 1900, βλέπουμε ένα έρημο, άνυδρο τοπίο, που έφτανε μέχρι το εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη. Το έλεγαν τότε «Κατσικάδα» και το νέμονταν Λιδωρικιώτες γαλατάδες που, μετά τη βοσκή, γύρναγαν τους πιο κοντινούς οικισμούς και άρμεγαν το γάλα «παρουσία του πελάτη». Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας που πρότερα ονομαζόταν Λεωφόρος Κηφισίας, είχε τότε την ονομασία «Δρόμος του Μαραθώνος».

Το… κολωνάκι του Κολωνακίου!

Υπήρξαν ακόμη πιο παλιές εποχές, που την τουρκοκρατούμενη ταλαίπωρη πολίχνη θέριζαν κάθε λίγο και λιγάκι επιδημίες. Οι άκρως θρησκόληπτοι, τότε, Αθηναίοι έκαναν λιτανείες προς τον Ύψιστο. Για να εισακουσθούν δε ευμενέστερα, θυσίαζαν και κανένα μοσχαράκι. Ακολούθως «φύτευαν» και μια δίμετρη κολώνα σαν αναμνηστικό σύμβολο. Είχε γεμίσει η Αθήνα τέτοια κολωνάκια. Ένα τέτοιο βρέθηκε τότε και στον οικισμό που εξετάζουμε. Η ονομασία έμεινε! Αν ανηφορίζατε την Ηροδότου και φθάνατε στη «Δεξαμενή», θα συναντούσατε το κολωνάκι του Κολωνακίου αναστηλωμένο στην δεξιά κλίμακα. Σήμερα το έχουν στην ομώνυμη πλατεία.

Μιλώντας για την «Δεξαμενή» να πούμε ότι ήταν μέρος του Αδριάνειου Υδραγωγείου και μάζευε το νερό που ερχόταν από τους Αμπελοκήπους. Με υψόμετρο τα 165 μέτρα, αποτελούσε ιδανικό σημείο για την μετέπειτα διανομή του. Η συγκεκριμένη τοποθεσία είχε πράσινο και φυσικά, την ωραιότερη θέα.

Τα Κολωνακιώτικα κέντρα «κοινωνικής συνάθροισης»

Δεν άργησαν έτσι να ξεφυτρώσουν και τα πρώτα κέντρα «κοινωνικής συνάθροισης»: πρώτα η παράγκα του κυρ-Γιάννη και αργότερα η «Τέρψη». Το «καφενείο» του Κυρ-Γιάννη αναβαθμίστηκε σε διανοουμενίστικο στέκι, αφού εδώ έπιναν τον «ερατεινό» τους ο Παπαδιαμάντης, ο Βάρναλης, ο Σουρής, ο Καζαντζάκης, ο Κονδυλάκης και πολλοί άλλοι λόγιοι. Από τον Κώστα Βάρναλη έχουμε και μια μικρή περιγραφή της «Δεξαμενής»:

«Εκεί απάνου βρήκα μαζί με τα ψηλά δέντρα, τον καθαρόν αέρα, τον ήλιο και τη μακρινή θέα του Σαρωνικού, που με μεθούσε με τη γαληνάδα του και τ’ αστράμματά του, τον καλύτερον εαυτό μου…

»Η Δεξαμενή τότε, είχε όλη της τη φυσική ομορφιά. Δεν είχε μαρμάρινες σκάλες, δεν ήταν σφιγμένη σε… κορσέδες από πέτρινα ντουβάρια και σιδερένια κάγκελα. Χαιρότανε το ψήλος της και τη λευτεριά της μακριά από τη βέβηλη πολιτεία.

»Οι λεύκες της, ψηλές και ρωμαλέες, από τις ωραιότερες της Αθήνας, χαρίζανε το δροσερό τους ίσκιο στους ερημίτες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια βρύση στη μέση έτρεχε αδιάκοπα μέρα και νύχτα και αχολογούσε φλύαρα και χαρούμενα σαν ένα πλήθος από πουλιά.

»Τις νύχτες του φθινοπώρου, όταν φυσούσε ο βοριάς και βογκούσανε οι λεύκες και τα πεσμένα φύλλα χορεύανε, ο αχός της βρύσης έπαιρνε τον πιο μελαγχολικό τόνο. Σχεδόν με τρόμαζε».

Η αριστοκρατική μεταμόρφωση του Κολωνακίου

Μετά το 1900 άρχισε το Κολωνάκι να μορφοποιείται. Ένας βασικός παράγων προόδου ήταν και η λειτουργία του μεγαλύτερου νοσοκομείου της πόλης, του «Ευαγγελισμού» (1884). Μετά το 1918 ξεκινούν στην Πατριάρχου Ιωακείμ να ανεγείρονται και οι πρώτες, πολυτελούς κατασκευής, πολυκατοικίες. Η πλατεία Φιλικής Εταιρείας (πλατεία Κολωνακίου) γέμισε παντοπωλεία, καφενεία, φούρνους, μανάβικα, ζαχαροπλαστεία, εμπορικά, ωραίες Ατθίδες, Δανδήδες και Λιμοκοντόρους.

Μονολογούμε έτσι κι εμείς μαζί με τον Γιώργο Μητσάκη και με έντονη φιλοσοφική διάθεση:

«Που σαι Σωκράτη, δάσκαλε, να δεις το Κολωνάκι,
Οι μαθητές σου σήμερα βαστούν … κομπολογάκι»

Είμαστε πια στο 1930. «Ο κόσμος άλλαξε, αλλάξαν κι’ οι καιροί», όπως λέει και το τραγούδι. Στη «Δεξαμενή» δεσπόζει πλέον το κοσμικό κέντρο «Παράδεισος» ενώ το αεράκι, οι λεύκες και η ωραία θέα προς την πόλη, την Ακρόπολη και τον Σαρωνικό είναι τα μόνα που έμειναν αναλλοίωτα. Με το δημοσιογράφο «Σύλβιο» της «Αμάλθειας», της Σμυρνιώτικης εφημερίδας που έφτασε κι αυτή παρέα με τους άλλους πρόσφυγες, επιχειρούμε μια επίσκεψη στον νέο ντάνσιγκ της «Δεξαμενής».


Ευκαιρία να μελετήσει κανείς τη νέα καθημερινότητα, τις νέες αντιλήψεις περί διασκέδασης και προπάντων, τους πρωτόγνωρους ανθρώπινους χαρακτήρες:

«Μίαν ευγενικήν πρόσκλησιν δια τα εγκαίνια του «Παραδείσου», ευρήκα επάνω στο γραφείο μου. Μια πρόσκλησις δια τον Παράδεισον δεν είναι σύνηθες πράγμα. Πρέπει να την αγοράσης ή με αγαθοεργία ή με κανένα εισιτήριο εκ μέρους του Πάπα. Στην προκειμένη περίστασιν ο «Παράδεισος» ήτανε κέντρον κοσμικόν, ντάνσιγκ της Δεξαμενής ώστε δεν εχρειάζοντο και τόσαι δυσκολίαι δια την είσοδον.

»Εφοδιασμένοι με το προσκλητήριον εξεκινήσαμεν μ’ένα καλόν μου φίλον, πεζή δια τον «Παράδεισον». Και στον Παράδεισον κανείς χωρίς συντροφία δεν μπορεί να κάνη. Δια της οδού Λυκαβηττού εφθάσαμεν στα υψώματα της οδού Αναγνωστοπούλου και σε λίγο ευρισκόμεθα προ της πύλης του «Παραδείσου».

»Κανένας Άγιος Πέτρος δεν κρατούσε τα κλειδιά. Η είσοδος ήταν ελευθέρα. Μόλις εισερχόμεθα ηκούσαμεν ψαλμωδίας, όχι δυστυχώς αγγέλων υμνούντων τον Κύριον, αλλά κάποιου ιερέως τελούντος τον αγιασμόν του καταστήματος.

»Θαυμάσιος άνθρωπος ο Διευθυντής του «Παραδείσου». Πριν αρχίση την εργασίαν, προσφέρει σπονδάς εις τους εφεστίους θεούς και κεράσματα εις τους ανεστίους πολίτας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγομαι.

»Από την ωραίαν ταράτσα του κέντρου, βλέπει κανείς το πανόραμα της Αθήνας ξαπλωμένης μέσα στη σκόνη. Εδώ επάνω αναπνέεις λίγο πεύκο, λίγο θυμάρι, κάποια δροσιά. Η Ακρόπολη φαίνεται μέσα στα κόκκινα σύννεφα της Δύσεως, σαν λευκόν όνειρον. Εδώ ο Υμηττός μενεξεδένιος, εκεί η γλαυκή γραμμή του Σαρωνικού, η Πάρνης δεξιά και από πάνω σαν πελώρια τούρτα ο Λυκαβηττός με το λευκό εκκλησάκι του. Από μακρυά ακούεται το μουρμούρισμα των νερών της Δεξαμενής και μέσα στο σαλόνι του «Παραδείσου», ευθύς μετά τον αγιασμόν, η μουσική του τζαζ-μπαντ αρχίζει το στερεότυπο φοξ-τροτ.

»Η διακόσμησις της αιθούσης, θαυμασία, κομψή, νεωτερίζουσα, με χρωματιστά αμπαζούρ, με λεπτά κοσμήματα, με τοιχογραφίες αρ-νουβώ, με μικρά αναπαυτικά σεπαρέ, παραπετάσματα, βάζα, άνθη. Ένα μικρό σαλονάκι ανατολίτικο στο βάθος με διβάνια τριγύρω, χαμηλά τραπεζάκια, πολύχρωμα μαξιλαράκια, φωτισμένα με κόκκινα λαμπιόνια στους τοίχους, περίφημα τζάμια της Πόλης σε μικρές ακουαρέλλες. Με τι γούστο όλα τριγύρω.

»Μια χαριτωμένη σουμπρέτα και όλα τα γκαρσόνια καλοβαλμένα σερβίρουν το τσάι. Ο Διευθυντής με κομψό σμόκιν περιποιείται τον κόσμον, προσφέρων γλυκά, σάντουιτς, μπύρα, λεμονάδας και όλα τζάμπα. Μα είναι σωστός Παράδεισος εδώ μέσα.

»Τα κορίτσια αρχίζουν να κινούνται. Ο χορός ζωηρεύει. Οι νέοι διεκδικούν τους χορούς μιας όμορφης Σμυρνιάς. Αχ! αυτές οι Σμυρνιές. Πανταχού παρούσαι.

»Σ’ένα τραπέζι αρχίζουν αι προπόσεις:

-Εις υγείαν των αγγέλων του Παραδείσου.

-Εις υγείαν του Κυρίου… Αντουάν.

-Εγώ πίνω υπέρ του «Παραδείσου» της Δεξαμενής.

-Εγώ υπέρ της Δεξαμενής του «Παραδείσου» που βγάζει τέτοια μπύρα!

»Η ζωηρότης εξηκολούθησε χωρίς να παρουσιασθή κανένας απηγορευμένος καρπός να φέρη σκάνδαλα στον Παράδεισο.

»Φεύγοντας ησθάνθηκα την υποχρέωσιν να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Διευθυντή.

-Είσθε ξένος; τον ηρώτησα.

-Κωνσταντινοπολίτης.

»Ήμουν βέβαιος. Λίγη καινοτομία και πρόοδος πάντοτε απ’έξω μας έρχεται».

Από τον «Παράδεισο» της Δεξαμενής κατευθείαν στην κόλαση!

Πανέξυπνος ο δημοσιογράφος, κατάλαβε ότι πραγματική εικόνα δεν παίρνει κανείς στα εγκαίνια, με παπάδες και τραταρίσματα! Επανήλθε λοιπόν μετά από μερικές ημέρες…

«Μέσα στην μυρωμένην ατμόσφαιραν του «Παραδείσου» της Δεξαμενής, ο φοξτρότειος άνεμος εκινούσε τα φύλα ρυθμικά και έκανε τους διάφορους καρπούς –απηγορευμένους και μη- δελεαστικότερους.

»Η Εύα-αρτίστα καθισμένη στο σεπαρέ και περιστοιχούμενη από τέσσερας Αντάμηδες, επεδείκνυε με περηφάνεια όχι την γυμνήν χάριν της, αλλά την ντυμένην γυμνότητά της: μία ρόμπα-υποκάμισο χωρίς μανίκια, ένα καπελλάκι για τ’αδιάκριτα… μάτια της και μία καπ για τα ντεκολτέ της.

»Ο δημοσιογράφος ψάρευε συγκινήσεις. Με την φαντασίαν του γινότανε φίδι για να τυλιχθή γύρω στο μπράτσο της Εύας, και ξαφνικά χανότανε μέσα στους ήχους της μουσικής και στον καπνό του τσιγάρου.

»Μονομαχία εγίνετο μεταξύ δύο νεαρών χορευτών.

-Το φοξ-τροτ μαζύ μου!

-Το ταγκό μ’εμένανε.

-Ένα ουάν-στεπ;

-Θα βαλσάρωμε μαζύ;

»Η γυναίκα-Εύα επιδαψίλευε τας περιποιήσεις της και στους δύο, μα καθένας χωριστά ζητούσεν αποκλειστικότητα, μονοπώλιο.

»Ο δημοσιογράφος ρωτά μία στιγμή:

-Ποιος από τους δύο;

»Εκείνη διπλωμάτις του ξεφεύγει.

-Δεν λέω ποτέ την γνώμη μου για κανένα.

»Και όμως χορεύει και με τους δύο, γελά και με τους δύο, διασκεδάζει με τους δύο, γλυκοκοιτά και τους δύο, αστειεύεται και με τους δύο.

-Επέρασα θαυμάσια σήμερα κοντά σας, λέγει ο ένας.

-Αυτό μ’ευχαριστεί. Θαυμάσια όσο και την περασμένη φορά;

-Όχι, πολύ καλύτερα. Και φαντάζομαι πως την ερχομένη θάναι ακόμη πιο καλά.

»Ιδού μια έμμεσος πρότασις για νέα συνάντηση.

-Ναι την ερχομένη, ακριβώς, λέγει εκείνη.

»Ο άλλος-χορεύοντας:

-Πότε θα σας ξαναδούμε;

-Μα όταν θέλετε. Να σχεδιάσουμε κάτι.

»Το μήλο πλησιάζει μόνο κάτω από την μύτη τους. Αισθάνονται την μυρωδιά, μα δεν δοκιμάζουν την γεύσι.

»Ξαφνικά δείχνεται θερμότερη στον ένα, τον φορτώνει με κοπλιμέντα, μιλά γι’αυτόν μπροστά σ’όλους, τον τρώει με τα μάτια, τον ρωτά μ’ενδιαφέρον για διάφορα ζητήματά του και ξεχνιέται στην κουβέντα του.

»Ο άλλος πεισμώνει, κακιώνει.

»Ο δημοσιογράφος επεμβαίνη πάλι. Της λέγει σιγά:

-Επηρεάσθηκες;

»Εκείνη ξεσπά σε γέλοιο.

-Επέσατε όλοι στην παγίδα! Το έκανα για να ζηλέψη ο άλλος, ο οποίος μ’ενδιαφέρει περισσότερο.

»Και φεύγει με γέλοια και χαιρετά όλους, και αφίνει να συνοδευθή λίγο από τον πρώτον για να πειράξη τον δεύτερον...

»Την ίδια βραδυά κάθεται σ’ένα θεωρείο του θεάτρου μ’ένα τρίτο γερο-χρηματιστή.

»Τα μήλα του Παραδείσου αγοράζονται σήμερα και ακολουθούν τον υψωμό της Αγγλικής λίρας. Είνε πράγματι απηγορευμένοι καρποί για τους περισσοτέρους».

Πηγή: paliaathina.com
__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν

Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη Xenios : 08-07-13 στις 23:15
Απάντηση με παράθεση
  #6  
Παλιά 15-06-13, 12:15
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 11:12
Φύλο: Άντρας
Αρχική Δημοσίευση από justin Εμφάνιση μηνυμάτων


Φανταστείτε, εξοχικό ζυθοποιείον, εν Κολωνακίω...
Εκείθεν πλατείας...
Καταλληλότατον δι' εκλογικάς παρέας.

Πως θα ήθελα να τηλεμεταφερθώ εκεί, να βγάλω μια φωτογραφία «τας εκλογικάς παρέας».

(Μεταξύ μας θα ήθελα να ήμουν εκεί, να αγοράσω μερικά κτήματα...)
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα

Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη Xenios : 08-07-13 στις 23:20
Απάντηση με παράθεση
Απάντηση στο θέμα


Συνδεδεμένοι χρήστες που διαβάζουν αυτό το θέμα: 1 (0 μέλη και 1 επισκέπτες)
 
Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης

Δικαιώματα - Επιλογές
You may not post new threads
You may not post replies
You may not post attachments
You may not edit your posts

BB code is σε λειτουργία
Τα Smilies είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας HTML είναι σε λειτουργία

Που θέλετε να σας πάμε;


Όλες οι ώρες είναι GMT +3. Η ώρα τώρα είναι 02:06.



Forum engine powered by : vBulletin Version 3.8.2
Copyright ©2000 - 2020, Jelsoft Enterprises Ltd.